αγριάνθρωπος

[агриантропос] ουσ. а. свирепый человек,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αγριάνθρωπος" в других словарях:

  • αγριάνθρωπος — ο (Α ἀγριάνθρωπος) και αγριάθρωπος, ο (Ν) άνθρωπος που ζει σε άγρια κατάσταση, μακριά από κατοικημένους τόπους, σε δάση και ερημιές, απολίτιστος νεοελλ. 1. άνθρωπος που η ψυχή και οι τρόποι του ταιριάζουν σε άγριο, τραχύς, άξεστος, αιμοβόρος 2.… …   Dictionary of Greek

  • αγριάνθρωπος — ο άνθρωπος άγριος στην όψη, τραχύς, απολίτιστος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγρι(ο)- — [άγριος] θέμα τού επιθέτου άγριος. Χρησιμοποιείται ως πρώτο συνθετικό για να δηλώσει: 1. αυτόν που ζει στους αγρούς σε άγρια κατάσταση, αυτόν που δεν εξημερώθηκε, τον ατίθασο (αγριόγατα, αγριοδάμαλο, αγριοκάτσικο) 2. αυτόν που δεν καλλιεργείται… …   Dictionary of Greek

  • άγριος — Εκείνος που ζει στα χωράφια και γενικά σε απομονωμένες περιοχές, ο απολίτιστος, αυτός που δεν έχει εξημερωθεί. Ο χαρακτηρισμός ά. συνηθίζεται κυρίως προκειμένου να επισημανθούν οι κάτοικοι ορισμένων περιοχών της Αφρικής και της Πολυνησίας, που… …   Dictionary of Greek

  • άνθρωπος — Το ανθρώπινο ον, ο πιο εξελιγμένος οργανισμός που ζει στην υδρόγειο. Homo sapiens (ά. έμφρων ή λογικός)είναι ο επιστημονικός όρος, στη συστηματική ταξινόμηση διπλής ονομασίας για το γένος (homo, ά.)και το είδος (sapiens, λογικός)στο οποίο ανήκει… …   Dictionary of Greek

  • κανίβαλος — και καννίβαλος, ο 1. ανθρωποφάγος 2. μτφ. θηριώδης, άγριος, απάνθρωπος, ωμός, αγριάνθρωπος. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. cannibale < ισπ. canibal ή caribal < αραουακικό caniba ή carib «γενναίος, δυνατός άνδρας» (γλώσσα τών ιθαγενών τών Αντιλών)] …   Dictionary of Greek

  • καραβόσκυλος — ο και καραβόσκυλο, το 1. ο σκύλος τού καραβιού που παραμένει διαρκώς μέσα στο πλοίο για να τό φυλάγει 2. άγριος και μεγαλόσωμος σκύλος 3. (για πρόσ.) άγριος, ακοινώνητος, αγριάνθρωπος 4. (για ναυτικούς) αυτός που σπάνια βγαίνει από το πλοίο,… …   Dictionary of Greek

  • μούργος — ο (Μ μοῡργος) νεοελλ. 1. μεγαλόσωμος ποιμενικός σκύλος, ιδίως με σκούρο χρώμα 2. ως επίθ. (για πρόσ.) αγριάνθρωπος, αγροίκος μσν. ως επίθ. (για ίππο ή ημίονο) σκούρος, σκοτεινός. [ΕΤΥΜΟΛ. < μουργός (πρβλ. μούργα < αρχ. ἀμόργη). Κατ άλλους… …   Dictionary of Greek

  • Λάτσκο, Αντρέας — (Andreas Latzko, 1876 – 1942). Ούγγρος συγγραφέας. Υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους αντιπολεμικούς συγγραφείς, ο σημαντικότερος, σύμφωνα με τον Ανρί Μπαρμπίς. Έγραψε πολλά έργα, ανάμεσα στα οποία τα κυριότερα τιτλοφορούνται Δέκα χρόνια… …   Dictionary of Greek

  • γορίλας — ο 1. είδος ανθρωποειδούς πιθήκου. 2. μτφ., αγριάνθρωπος, μεγαλόσωμος, σωματοφύλακας: Τον έδειραν οι γορίλες του ανταγωνιστή του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.